Wednesday, October 18, 2006

Πατριδογνωσία βερσιόν #1

Σήμερα εκεί που καθόμουν στη βιβλιοθήκη (πάντοτε στον τρίτο όροφο) και σκότωνα την ώρα μου μεταξύ αιτήσεων και απανωτών ελέγχων των e-mail accounts μου και του facebook αποφάσισα να επιστρέψω στις ρίζες, κοινώς στις μεγάλες στιγμές της ελληνικής τηλεόρασης και να δω ένα ακόμη επεισόδιο από τους Απαράδεκτους (καλά η αλήθεια είναι πως τώρα τελευταία ως άνεργη έχω άπλετο χρόνο να απολαμβάνω το κάθετι που επιθυμώ) και έπεσα στο εκείνο με τίτλο ‘Ζήτω το Έθνος’. Είναι εκείνο το επεισόδιο που η Δήμητρα διαβάζει ένα άρθρο σχετικά με τους Σκοπιανούς που θέλουν να ‘μας’ πάρουν την Μακεδονία, εκείνο το μακρυνό ’92, και άξαφνα τους πιάνει όλους το Εθνικό παραλήρημα και όλοι προσπαθούν να μάθουν από που κρατάει η σκούφια τους. Τραγουδάνε και ένα άσμα για τη Μακεδονία, και τις 40 Εκκλησιές (που ποτέ δε θυμάμαι να έχω δει έστω και δέκα στην συγκεκριμένη περιοχή) και για τα αστέρια που είναι ελληνικά, και την βλαχομαγκιά μας μέσα στην αρχοντιά μας, σατιρίζοντας φυσικά τα ελληνικά παρατράγουδα. Στο τέλος πιάνουν να τσακώνονται για τα κομματικά και ο Σκοπιανός που εκμεταλλεύεται ο Χαλακατεβάκης παρεμβαίνει και τους λέει: ‘Έλληνες, μια ζωή σας τρώει η διχόνοια.’

Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι ένας αλλοδαπός σπάνια κατέχει λέξεις όπως διχόνοια κατά τα άλλα μπήκα σε σκέψεις. Είμαι πάνω από ένα χρόνο στη γη των Αγγλοσαξόνων και μπορώ να πω ότι έχω αρχίσει να βλέπω τα πράγματα υπό ένα άλλο πρίσμα. Όχι μόνο το τι είμαστε, και το πως εμείς βλέπουμε τους εαυτούς μας αλλά και το πως μας βλέπουν οι άλλοι.

Συμπέρασμα;

Βλέπω ξιπασιά, πολλά λόγια, λίγες πράξεις και πολλές χαμένες ευκαιρίες. Λυπάμαι αλλά δε μας έχουν και σε ιδιαίτερη εκτίμηση παγκοσμίως. Δεν αναφέρομαι φυσικά μόνο σε Άγγλους (ειδικά από τους τελευταίους έχω γνωρίσει ελάχιστους) αλλά σε άτομα από τη διεθνή κοινότητα. Αυτό το πανεπιστήμιο βλέπεις είναι πήχτρα στους διεθνείς φοιτητές μιας και αυτούς ξεζουμίζουν με τα υπέρογκα ομολογουμένως δίδακτρα.
Τα περισσότερα καλά λόγια τα άκουσα από ανθρώπους που έχουν επισκεφτεί τη χώρα μας ως τουρίστες. Ο ήλιος, η ρετσίνα, ο Νταλάρας, η Κρήτη, η Κέρκυρα και η Μύκονος, οι μεζέδες και κάτι ερείπια, άντε και το πόσο καλοί τύποι είμαστε. Κοινώς για μάσες, διακοπές και διασκέδαση είμαστε και οι πρώτοι. Let’s face it ότι στο χάρτη για τον μέσο Αμερικάνο, Άγγλο, Γερμανό είμαστε Urlaubsort κατά κύριο λόγο.
Από αρνητικές κριτικές χόρτασα πάντως. Τι ότι δεν είμαστε για μπίζνες, τι ότι χρωστάμε της Μιχαλούς, τι ότι είμαστε μια κλειστή κοινότητα και κάνουμε παρέα σχεδόν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ μεταξύ μας όταν είμαστε στο εξωτερικό, τι ότι όταν ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΣ βρεθεί εν μέσω ενός γκρουπ Ελλήνων αυτοί θα τον γράψουν στα τέτοια τους και θα ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, πολλές φορές θαβοντάς τον μπροστά στη μούρη του, ο κατάλογος μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον.
Απλώς σαν Ελληνόπουλο της ξενιτιάς αγαπάω την πατρίδα μου και μου λείπει τρομερά το σπίτι μου και οι δικοί μου άνθρωποι και πολλές φορές στεναχωριέμαι όταν ακούω άλλες φορές άδικες και άλλες φορές πολύ δίκαιες αρνητικές κρίσεις για την Ελλάδα.

Αλλά ακόμη και στην Αγγλία ρε γαμώτο, η καραελληναριά μας δεν μας εγκαταλείπει. Θυμάμαι κάτι κυράτσες καρασενιαρισμένες με ύφος νεοπλουτέ πριν από μερικούς μήνες προσεγγίζουν την αδερφή μου και εμένα ενώ καθόμασταν για έναν καφέ (επειδή μας άκουσαν που ήμασταν Ελληνίδες, λες και αυτό ήταν η απόλυτη εγγύση πως δεν θα κοιτούσαμε να τις εκμεταλλευτούμε ή να τις κλέψουμε) και μας ρωτάνε για το πως μπορούν να πάνε στα περίφημα Harrods. Τους δίνουμε οδηγίες και έπειτα μας ρωτάνε από που είμαστε. Λέω και εγώ ανήξερη ‘Αθήνα’ (συγνώμη αλλά εκεί μένουμε από τότε που γεννηθήκαμε) και αμέσως σουφρώνουν τα μούτρα τους με απογοήτευση – ίσως και αηδία – και αφού μας κάνουν τη χάρη να αντιπαρέλθουν τα της πρωτευούσης μας το ορμώμενον και μας δίνουν τη χαριστική βολή:
‘Πάντως η μόδα τους δεν είναι και τίποτα σπουδαίο! Σιγά το Λονδίνο! Στην Ελλάδα πιο καλά ντυνόμαστε!’
Αφού τρώω το σοκ και αφού μας έκαναν τη χάρη να μας αδειάσουν τη γωνιά αρχίσαμε να βρίζουμε. Που πας μωρή θεία Λούλα που θα μας πεις ότι η Ελλάδα είναι καλύτερη; Με τι προσόντα γαμώ τον αντίθεό μου που κοιτάμε να αντιγράψουμε τα ψίχουλα που πέφτουν από τα ευρωτραπέζια; Βέβαια στην Ελλάδα μπορείς να πας στον Lakis και να ντυθείς με ότι ΑΥΤΟΣ κρίνει γουστόζικο ή να φοράς την ίδια φούστα ή μπλουζάκι που έχουν αγοράσει και δέκα χιλιάδες ακόμη από τα Ζάρα. Το Λονδίνο όμως ακριβώς για αυτό το λόγο μου αρέσει. Πρώτον γιατί έχει απίστευτη ποικιλία (φτηνά, ακριβά, μεταχειρισμένα, γκοθ και κίνκυ) και δεύτερον γιατί ΟΤΙ και να φορέσεις ΚΑΝΕΙΣ ΜΑ ΚΑΝΕΙΣ δε θα σε κοιτάξει περίεργα! Ενώ στην Ελλάδα άμα το τζινάκι δεν είναι Diesel χμμμ... λυπάμαι έχασες, δεν έχεις πρόσβαση στο κλαμπ των εκλεκτών. Που και για ποιους εκλεκτούς μιλάμε που μας έχει πάρει και μας έχει σηκώσει η ομοιομορφία; Ειλικρινά κάτι τέτοια με διαολίζουν.

Και για να επανέλθω στο θέμα μου, όλα αυτά τα λέω γιατί νιώθω μια κάποια πικρία όποτε τα στερεότυπα που υπάρχουν όχι μόνο για την δική μας φυλή αλλά για οποιαδήποτε άλλη επιβεβαιώνονται από τα ίδια τα μέλη τους. Από την άλλη το να περιμένεις να αλλάξει μία νοοτροπία σαν τι δική μας η οποία αποβλέπει στο βραχυπρόθεσμο είναι άκρως ουτοπικό σαν σκέψη. ‘Αρα τι μας μένει;
Να κοιτάς τι κάνεις εσύ θα μου πεις... Και η ζωή μάς κύκλους κάνει.

Saturday, October 14, 2006

Σαββάτου Μο(υ)νόλογοι

Για να δούμε τι θα δούμε...

Είναι ένα Σάββατο βράδυ από αυτά όπου δεν έχεις όρεξη να κάνεις τίποτα γιατί τίποτα το συνταρακτικό δεν προκύπτει. Για να δούμε... έχω μία πρόταση για ένα πάρτυ κάπου στο Newington Green. Κάπως μακρυά για να πάω μόνη μου και μετά να πάιρνω δύο night buses για να επιστρέψω στο Willesden Green. Άσε που δεν ξέρω και κανέναν και νιώθω τα πρώτα σημάδια μιας γρίπης να με περιτριγυρίζουν. Επίσης έχω μια συνέντευξη για δουλειά την Τρίτη σε έναν εκδοτικό οίκο και θέλω να είμαι και να δείχνω εντάξει ενώ ταυτόχρονα θέλω να έχω καθαρό μυαλό καθότι εξακολουθώ να κάνω αιτήσεις, και όπου μας κάτσει.

Μαθαίνεις τελικά πολλά πράγματα όταν κάνεις αιτήσεις για δουλειά. Ένας γιάπι μπόϋ που δουλεύει σε μία από τις πιο μεγάλες εταιρίες εδώ μου είπε πως θυμάται την εποχή που εκείνος έψαχνε δουλεία με φρίκη γιατί λέει είχε περάσει τα πάθη του Ιησού.

Σκέφτομαι τις προσδοκίες με τις οποίες ξεκίνησα την αναζήτησή μου. Έλεγα ότι με το μάστερ σε ένα τόσο τρομερό πανεπιστήμιο δεν υπήρχε περίπτωση να μην βρω κάπου καλά δουλειά. Συζητούσα με ένα φίλο μου Άγγλο κάπου στον Απρίλιο για δουλειές και του έλεγα ότι δεν πρόκειται να σνομπάρω δουλειές και ότι ακόμη και γραμματέας να μου λέγανε να πα να γίνω θα το έκανα. Μου είχε πει χαρακτηριστικά πως ούτε να το σκέφτομαι και πως δεν είναι δυνατόν να ρίχνω τα στανταρντς μου ειδικά και εφόσον θα έχω ένα τέτοιο πτυχίο εντός ολίγου. Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι.

Και να μαι στο σήμερα. Σήμερα πήγα για έναν καφέ με ένα φίλο στα πολυαγαπημένα Starbucks. Καθότι και κοινωνικότατη προσωπικότητα έπιασα την κουβέντα με τον υπάλληλο στο ταμείο. Το αποτέλεσμα ήταν να μου δώσει μία αίτηση για να πιάσω δουλειά εκεί. Ελπίζω να πετύχει... Πως τον θέλετε τον λάτε σας; Do you want cream on top? Any muffins for you?

Rewind στο χθες. Σε μία έξαρση πανικού η αδερφούλα μου και εγώ συλλαμβάνουμε το εξής πανούργο σχέδιο: Έλα ντύσου, να ντυθώ, να γίνω σένια και τρέντυ να κατέβουμε Oxford Street να πάμε σε όλα τα μαγαζιά μπας και παίρνουν εποχιακούς υπαλλήλους. Αποτυχία. Καθότι ως γνήσιες ηλίθιες είχαμε ξεχάσει μία κάπως σημαντική λεπτομέρεια: Δεν είχαμε τυπώσει βιογραφικά σημειώματα. Ηλίθιες; Ηλίθιες. Το μόνο που μου έμεινε ήταν ο πόνος από τα ψηλοτάκουνα (απαραίτητα για να μη δείχνω τόσο απελπιστικά 1.58) και ένας καφές της παρηγοριάς (από αυτούς που ευελπιστώ να σερβίρω) στα Nero (τα καφέ των καπνιστών είναι τούτα). Ευτυχώς το βράδυ πήγα σε μία συναυλιούλα στο Purple Turtle στο Camden και ήρθα κάπως στα ίσια μου.

Συμπέρασμα: Αλλιώς ξεκινάς, αλλιώς καταλήγεις, αλλά πάντα συνεχίζεις. Και μέσα σε όλα αυτά νιώθω μόνη, μόνη, μόνη. Το διπλό κρεββάτι πάντοτε το έχεις όταν δεν έχεις με κάποιον να το μοιραστείς. Πέρσι που ήμουν στην εστία μοιραζόμουνα ένα θεόστενο στρώμα με το αίσθημα μου και κάναμε σχέδια για τον φετινό χρόνο που θα είχαμε το σπίτι μας και ένα τεράστιο κρεββάτι. Φέτος, έχω το σπίτι, έχω το κρεββάτι, δεν έχω τον αγαπητικό. Καλύτερα υπό μία έννοια. Δε θα υπακούσω στον καταναγκασμό που προστάζει τους σίνγκλς όλου του κόσμου να βγουν έξω Σάββατο βράδυ για να ζευγαρώσουν. Θα καθήσω στο μεγάλο μου κρεββάτι, θα δω DVDια και θα ακούσω μουσική.

Αναρωτιέμαι μήπως έφτασε η στιγμή να πάρω καμια γάτα...

Saturday, October 07, 2006

No structure whatsoever...

Και ξανά εδώ... Μάλλον δεν είμαι καλή στο να κρατάω υποσχέσεις που έχω δώσει στον εαυτό μου. Έχουν συμβεί τόσα πολλά τις τελευταίες τρεις εβδομάδες που απείχα από το βλόγιν που δεν ξέρω από που να αρχίσω.

Η επίσκεψη στο Βέλγιο απεδείχθει διαφωτιστική πέρα έως πέρα. Υπέροχες μεσαιωνικές πόλεις, μία ατμόσφαιρα vintage στην Αμβέρσα, ένα παραμύθι και μία αλήθεια στη Γάνδη, μία αισθητική απόλαυση στις Βρυξέλλες, ένα μέρος για να ερωτεύεσαι συνεχώς στη Brugges (δεν γνωρίζω την Ελληνική μεταγραφή της συγκεκριμένης πόλης) και μία έρημη πλατυά ακτή λουσμένη από φως, με τις πολυκατοικίες να γλείφουν τον αφρό της θάλασσας ως εκεί που φτάνει το μάτι στην Οστάνδη.

Πικρή επιστροφή στο Λονδίνο. Λογαριασμοί που έπρεπε να κλείσουν, μία σχέση που τελείωσε και έσκασε σαν κακό πυώδες σπυρί, ένα νέο σπίτι στη βορειοδυτική πλευρά της πόλης, νέες ευθύνες, νέες αποφάσεις, πολύ στεναχώρια και αυπνία, ανεργία, ανεργία, ανεργία, λεφτά, λεφτά, λεφτά.

Γαμώτο... εγώ ποτέ δεν ήμουνα έτσι. Χαρούμενος και αλλέγκρος τύπος από τη μία, καταθλιπτικός και προβληματισμένος από την άλλη. Πάντοτε από την κόλαση στον παράδεισο, έρμαιο της διάθεσης της εκάστοτε στιγμής. Τώρα παγιώθηκα σε ένα πλάσμα που νιώθει μοναξιά, που ψάχνει να βρει τον δρόμο του και ψηλαφίζει στα τυφλά άγνωστες διαδρομές. Ίσως πάλι μάταια ανησυχώ... αυτά έχουν όλες οι μεταβατικοί περίοδοι, αυτά θα θυμάμαι κάποτε.

‘Music creates motions. We capture these motions and translate them into emotions’ μου έλεγε ο Τζέιμι εχθές. Βάλε και λίγη φιλοσοφία μέσα, βάλε και λίγη γλωσσολογία και έτοιμη η τροφή για σκέψη. Πράγματα που σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός, μουσικές και σύμβολα και κλίμακες. Ακούω το Ρέκβιεμ τα πρωινά και σκέφτομαι εκείνη την εκκλησία στο κέντρο των Βρυξελλών και πόσο ζωντανός αντηχούσε ο Μότσαρτ μέσα στους τοίχους του 16ου αιώνα.
Η μουσική ήταν όντως κίνηση, η στιγμή μόνο έμενε ακίνητη και κυκλωτική μέσα στις νότες που καθάριο λουτρό και βάλσαμο έπεφταν στα κεφάλια μας.